Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Σιγαρέττα Αγρινίου





       Τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας είναι γεμάτα μνήμες από το χωριό που μεγάλωσε ο πατέρας μου. Ένα μικρό χωριό κοντά στο Αγρίνιο και τη λίμνη Τριχωνίδα με πολλή ζέστη, υγρασία και  κουνούπια.
      Τα μεσημέρια οι ρυθμοί ήταν βασανιστικά αργοί, με μόνη παρέα τα τζιτζίκια, τις κατσίκες της γιαγιάς μου και κάτι νυσταγμένους σκύλους. Εκτός και αν ακολουθούσες το δρόμο που έβγαζε  στα γειτονικά σπίτια: όλοι στρωμένοι κατάχαμα, ανάμεσα σε πανιά, ποδιές και τεράστια καλάθια, αρμάθιαζαν τα φύλλα καπνού που είχαν μαζέψει το ξημέρωμα. 
      Επίσκεψη σε κάποιο γείτονα σήμαινε στρώσιμο στις πλάκες της αυλής και συμμετοχή στο μεγάλο αυτό πανηγύρι. Ακόμα θυμάμαι τα σκληρά φύλλα του καπνού βρεγμένα από την πρωινή δροσιά, με την χαρακτηριστική "πικρή" μυρωδιά τους, να κολλούν στα χέρια καθώς προσπαθούσα να γεμίσω μία σιδερένια βελόνα.
         Οι αυλές ήταν γεμάτες μεγάλες αρμαθιές καπνού που τις οδηγούσαν με καροτσάκι σε αυτοσχέδια θερμοκήπια και τις άφηναν να ξεραθούν όλο το καλοκαίρι.
        Ακόμα θυμάμαι το θείο μου τον Ανδρέα να παίρνει στις άκρες των δαχτύλων του λίγο αποξηραμένο καπνό (δικής του παραγωγής), να στρίβει σε χαρτάκι χοντρό ένα θεριακλίδικο τσιγάρο και να το καπνίζει με την ευτυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
         Η σημερινή καπνοθήκη φτιάχτηκε στη μνήμη αυτών των ανθρώπων. Αφανείς εργάτες του μόχθου και του μεροκάματου, που παρά τη σκληρή δουλειά και την ταλαιπωρία ζούσαν τη ζωή τους με χαρά, απλότητα, πειράγματα και αστεία.

Και ναι, τα σιγαρέττα Αγρινίου ήταν τα καλύτερα!
        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου